Πέμπτη 30 Απριλίου 2009

ΠΕΡΙ ΠΡΟΠΟΝΗΤΩΝ...


Άπειρες φορές έχω βρεθεί σε συζήτηση για το ποιοι είναι οι καλύτεροι προπονητές του καιρού μας, μια κουβέντα που τροφοδοτείται συνήθως ανάλογα με το τι συμβαίνει στο Champions League. Μια τέτοια συζήτηση επιχειρώ να ανοίξω σήμερα, με σημείο αναφοράς δύο τεχνικούς: τον Αρσέν Βενγκέρ, λόγω της εντυπωσιακής πορείας της Άρσεναλ στην Ευρώπη και το Ζοσέ Μουρίνιο, επειδή είναι... αυτός που είναι τέλος πάντων. Δεν επιλέγω τυχαία αυτούς τους δύο. Είναι αμφότεροι δύο πετυχημένοι προπονητές που τους λείπει το κάτι παραπάνω, αλλά με εντελώς διαφορετική προσέγγιση για το ποδόσφαιρο. Καμία σχέση όμως!
Κατ' αρχάς, καλό είναι να ξεκαθαρίσω τα κριτήρια επιτυχίας που θέτω για έναν προπονητή, και είναι τρία. Οι κούπες που έχουν σηκώσει, η διάρκειά τους και η παράδοση που έχουν πιθανόν δημιουργήσει. Γι' αυτό και στην κορυφή για 'μένα είναι οι εξής: Μαρσέλο Λίππι, Φάμπιο Καπέλο και Άλεξ Φέργκιουσον. Ο αλλενατόρε Λίππι έχει κερδίσει 16 τίτλους, όπως και ο Καπέλο. Ο μεν πρώτος εφήρμοσε υποδειγματικά το 4-4-2 και συνέδεσε το όνομά του με την κυριαρχία της Γιουβέντους τη δεκαετία του '90. Ο δεύτερος κέρδισε τίτλους με όλες τις ομάδες που ανέλαβε, βγάζοντας κάποιες, όπως τη Μίλαν και τη Ρόμα από απογοητευτικές περιόδους. Η πειθαρχημένη του άμυνα δε και το κυνικό του παιχνίδι έγινε για μια περίοδο μόδα, και να τον μιμηθούν προσπάθησαν πολλοί. Εκτός αυτού, δημιούργησε και τη δυναστεία των Ολλανδών στο Μιλάνο, που έγραψε η ιστορία. Για τον Σερ Άλεξ δε μπορώ να πω πολλά. 44 τρόπαια, 3 γενιές ποδοσφαιριστών, απολαυστικό ποδόσφαιρο. Και μετά σιωπή...
Κάπου εδώ έρχεται να χωθεί ο Αλσατός, και το ερώτημα είναι αν τα καταφέρνει. Η γενική εντύπωση που μου μένει από το Βενγκέρ είναι ότι μπορούσε να είναι ο κορυφαίος, αλλά δεν ήθελε. Ξεκίνησε από μία Μονακό με πολλά χρήματα και μεγάλους παίκτες και τα πήγε ικανοποιητικά. Αλλά το παραμύθι σαφώς ξεκινά στο Νησί. Όπου εν έτει 1996 αναλαμβάνει μία από τις πιο αμυντικές ομάδες, την Άρσεναλ και καταφέρνει μέσα σε δύο χρόνια να αλλάξει τη φιλοσοφία της σηκώνοντας την κούπα και σπάζοντας την παντοκρατορία της Μάντσεστερ, που είχε καταντήσει σπαστική. Δεν κατάφερε ωστόσο να αλλάξει τη νοοτροπία των κανονιέρηδων μόνο, αλλά ολόκληρης της Αγγλίας, αφού τη θέση του παιχνιδιού με τις σέντρες και τις κεφαλιές πήρε το στρωτό ποδόσφαιρο με τη μπάλα χαμηλά. Δεν είναι πιστεύω τυχαίο το γεγονός πως η έκρηξη της Μάντσεστερ, όταν πήρε το Τσου Λου το '99, έγινε μετά το πρωτάθλημα της Άρσεναλ. Το επίπεδο ανέβηκε, και οι διάβολοι έπρεπε να ακολουθήσουν. Φυσικά το έκαναν και με το παραπάνω. Μεγάλη κουβέντα αυτό που θα πω, αλλά το ότι η Πρέμιερ Λιγκ είναι το πιο εμπορικό πρωτάθλημα στον κόσμο ίσως το χρωστάει στον Αλσατό περισσότερο απ' όσο νομίζουμε...
Στα χρόνια αυτά στο Λονδίνο, έχει παρουσιάσει κατά καιρούς το πιο θεαματικό οδόσφαιρο από κάθε άλλον, ανέδειξε άπειρους παίκτες, αλλά διαχειρίστηκε και δύσκολους χαρακτήρες, όπως ο Βιειρά και ο Μπέργκαμπ. Και πάντα έπαιζε την ίδια φοβερή μπάλα είτε με μέσο όρο ηλικίας τα 20 είτα τα 30. Θα μου πει κάποιος, αφού είναι τόσο άψογος, γιατί δεν τον βάζεις στους κορυφαίους;
Γιατί ποτέ δεν κατάφερε να επιβληθεί, απαντώ. Διότι έκανε χατίρια σε μία διοίκηση που κρεμόταν από τα καμπανέλια του, χάνοντας άδικα μία χρυσή γενιά ποδοσφαιριστών. Αλλά ούτε και τους παίκτες του κατάφερε να πείσει να μην εγκαταλείψουν το πλοίο για τα φράγκα, λες και σιγόνταρε τη στάση των διοικούντων. Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι δεν κατάφερε να επιβληθεί στον εαυτό του. Ποτέ δεν άλλαξε την επιθετική του φιλοσοφία για χάρη του αποτελέσματος. Και αυτό, όσο ρομαντικό είναι, είναι και αφελές και καμιά φορά ζημιογόνο.
Πάντως για τους παραπάνω λόγους ο Βενγκέρ λογικά θα μείνει στην Ιστορία. Δίχως πολλές κούπες, αλλά με μία τεράστια κληρονομιά. Kληρονομιά που δημιούργησε ο ίδιος, χωρίς να του τη μεταβιβάσουν, και χωρίς να του δώσουν τα λεφτά που πήραν άλλοι για να το κάνουν. Το επόμενο άρθρο θα είναι αφιερωμένο στο Μουρίνιο, με την ίδια ερώτηση: θα τον θυμόμαστε μετά από 20 χρόνια;

Κάτι τελευταίο για τον Αρσέν Βενγκέρ. Φανταστείτε να είχε έρθει στην Ελλάδα και τον Ολυμπιακό, με τη λογική να θυσιάζει κούπες για χάρη του ποδοσφαίρου. Ο ίδιος θα είχε φύγει σαν αποτυχημένος, στην Αγγλία θα κάνανε ακόμα γιόμες και το ιταλικό θα ήταν ακόμα το καλύτερο πρωτάθλημα του κόσμου. Σα να δημοσιεύεις τα ιστορικά αρχεία του Βατικανού είναι!